Ο εκκεντρικός µυστακοφόρος ζωγράφος που έµεινε στην Ιστορία για τα σεξουαλικά σύµβολα και τα λιωµένα ρολόγια που έβαλε στους καµβάδες του, ίσως είναι ο τελευταίος άνθρωπος που θα περίµενε να δει κάποιος να στέκει δίπλα στην Κάρµεν και τον Φίγκαρο και τη Μαντάµ Μπατερφλάι.

Το αβάντ γκαρντ στυλ του και οι αλλόκοτες εµφανίσεις του δύσκολα θα µπορούσαν να µεταφερθούν στη σκηνή µιας όπερας.

Κι όµως ο Σαλβαδόρ Νταλί κατάφερε να ξεπεράσει τις δυσκολίες. Και είναιο ήρωας της όπερας «Εγώ, ο Νταλί» που ανέβηκε στο θέατρο της Θαρθουέλα στη Μαδρίτη. Στη σκηνή µαζί του –σε ρόλο µέτζο– η µούσα του Γκάλα, και ως τενόροι ο φίλος του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και ο πρώην σύζυγος της Γκάλα, Πολ Ελιάρ.

Η ιστορία όµως µέχρι η όπερα να ανέβει στη σκηνή είναι εξίσου σουρεαλιστική µε τη ζωή και το έργο του ίδιου του ζωγράφου. Η ανάθεση για την όπερα έγινε το 2004 µε αφορµή την επέτειο για τον εορτασµό των 100 χρόνων από τη γέννησή του. Μόνο που το Εθνικό Ίδρυµα Θεατρικών Τεχνών και Μουσικής που θα χρηµατοδοτούσε το έργο άλλαζε κάθε τόσο διοίκηση, µε αποτέλεσµα ουδείς να έχει χρόνο και διάθεση να ασχοληθεί µε την όπερα - φόρο τιµής στον δηµιουργό του «αστακού - τηλεφώνου».

Τελικά το πρότζεκτ ξαναζεστάθηκε όταν η σύνθεση της όπερας ανατέθηκε στον 80χρονο ισπανό συνθέτη Ξαβιέ Μπενγκερέλ. «Μου φαίνεται σαν θαύµα», έλεγε λίγο πριν από την πρεµιέρα, που πραγµατοποιήθηκε προ ηµερών. «Θεωρούσα ότι ήταν αδύνατο να πραγµατοποιηθεί τελικά αυτό το έργο».

Ο συνθέτης άρχισε να αναζητά συγγραφέα για το λιµπρέτο. Πράγµα διόλου εύκολο όταν πρέπει σε συγκεκριµένο χρόνο να παρουσιαστεί µια τόσο αντιφατική προσωπικότητα.

Στην αρχή προσέγγισε τον Ίαν Γκίµπσον, τον ιρλανδό συγγραφέα και ιστορικό γνωστό για τη δουλειά του πάνω στον Λόρκα.

Ο Γκίµπσον έχει γράψει ανάµεσα σε άλλα κι ένα βιβλίο σχετικό µετον Νταλί. Την περίοδο όµως που του ζητήθηκε να γράψει το λιµπρέτο υποστήριζε τη διδακτορική του διατριβή σχετικά µε την τοποθεσία του άγνωστου τάφου του Λόρκα στη Γρανάδα και δεν ενδιαφερόταν να ασχοληθεί µε το ζήτηµα. Εν συνεχεία στράφηκε στον Ζεµ Σαλόµ, έναν πρώην οφθαλµολόγο που έγινε στα 65 του επιτυχηµένος θεατρικός συγγραφέας στη δεκαετία του ‘90 και είχε ήδη γράψει ένα έργο για την Γκάλα, το οποίο και έχει ανέβει στη Μαδρίτη και τη Νέα Υόρκη. Ο Σαλόµ δέχεται να γράψει το κείµενο.

Η υπόθεση ξεκινά στο Παρίσι του 1929, όπου ο Νταλί ήρθε σε επαφή µε τους σουρεαλιστές, συνεργάστηκε µε τον Λουίς Μπουνιουέλ και γνωρίζει την Γκάλα, τη µυστηριώδη Ελένα Ιβάνοβνα Ντιακόνοβα, την οποία ο Νταλί ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Μια γυναίκα που στην όπερα παρουσιάζεται ως εκµεταλλεύτρια, επιπόλαια και προδότρια, σύµφωνα τουλάχιστον µε την ισπανική εφηµερίδα «El Pais». Ο ίδιος ο ζωγράφος δε, εµφανίζεται ως ανώριµος, νάρκισσος και ξεδιάντροπος.

Χρονικά καλύπτεται επί σκηνής µια περίοδος 60 ετών –από την πρώτη συνάντηση Νταλί-Γκαλά στο Παρίσι έως τον θάνατό του το 1989 στο Φιγκέρες– ενώ το αποτέλεσµα µπορεί να χαρακτηριστεί υπερπαραγωγή καθώς συµµετέχουν 80 µουσικοί, ώστε να αντανακλάται ο σουρεαλισµός και η µεγαλοµανία, σύµφωνα µε τον συνθέτη.

Πηγή: www.tanea.gr