Η εποχή Λούλα εδραίωσε την ηγεμονία της Βραζιλίας στον αμερικανικό Νότο και της Αριστεράς light πάνω στα ανατρεπτικά ρεύματα

Οι προεδρικές εκλογές της περασμένης Κυριακής στη Βραζιλία συνιστούν παγκόσμια πρωτοτυπία: Μπορεί τυπικά νικήτρια της αναμέτρησης να ήταν η υποψήφια του κυβερνώντος Κόμματος Εργατών Ντίλμα Ρούσεφ, με ποσοστό 47% (αν και θα χρειαστεί και δεύτερο γύρο για να οριστικοποιήσει τη νίκη της έναντι του κεντροδεξιού Ζοζέ Σέρα, που περιορίστηκε στο 33%), αλλά ο πραγματικός πρωταγωνιστής των εκλογών ήταν ο... απερχόμενος πρόεδρος Λουίς Ιγνάσιο Λούλα ντα Σίλβα! Τα goldeboys των μεγάλων τραπεζών και τα παιδιά κατώτερων θεών στις φαβέλες κατευόδωναν μαζί τον πρώην μεταλλεργάτη που τερμάτισε την οκταετή παρουσία του στην προεδρία με ποσοστό δημοτικότητας γύρω στο 80%. Αν το σύνταγμα του έδινε τη δυνατότητα να θέσει και για τρίτη φορά υποψηφιότητα, η μόνη δυσκολία που θα συναντούσε θα ήταν να βρει αρκετά σοβαρό και… γενναίο ανθυποψήφιο!

Η εξαιρετική δημοτικότητα του απερχόμενου προέδρου οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι η οκταετία του συνδέθηκε με μια ιστορικών διαστάσεων εξέλιξη: Την άνοδο της Βραζιλίας στο επίπεδο της μεγάλης, αναδυόμενης δύναμης. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '90, η Λατινική Αμερική, ερημωμένη από την κρίση χρέους της δεκαετίας του '80, τις πειρατικές ιδιωτικοποιήσεις και τις νομισματικές καταρρεύσεις της δεκαετίας του '90, είχε πολιτογραφηθεί ως δεύτερη Ατλαντίδα, μια χαμένη ήπειρος. Σήμερα είναι η δεύτερη, σε ρυθμούς ανάπτυξης, περιοχή του πλανήτη μετά την Ανατολική Ασία, χάρη κυρίως στη φρενήρη, κινεζικού τύπου βιομηχανική επέκταση της Βραζιλίας.

Αμφισβητώντας τις ΗΠΑ

Η χώρα που εκπροσωπεί από μόνη της το μισό της Νότιας Αμερικής σε έκταση και πληθυσμό απέκτησε τη δική της, ισχυρή φωνή, αμφισβητώντας την ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών στην παραδοσιακή «πίσω αυλή» τους. Με τον Λούλα στο τιμόνι, συνέβαλε αποφασιστικά στη δημιουργία του Unasur, εμβρυακής μορφής πολιτική ολοκλήρωση της ηπείρου, πρωταγωνίστησε στο πλαίσιο του G-20 και του νεοπαγούς BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα), υπερασπίστηκε τον Τσάβες και τον Κάστρο απέναντι στον Μπους, μεσολάβησε, μαζί με την Τουρκία του Ερντογάν, υπέρ του Ιράν στη διαμάχη για το πυρηνικό του πρόγραμμα και δεν δίστασε να επιβάλει ταπεινωτικούς ελέγχους ασφαλείας σε Αμερικανούς πολίτες, ανταποδίδοντας τα ίσα στην τρομοϋστερία της Ουάσιγκτον μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001.

Ωστόσο, έχει κυλήσει πάρα πολύ νερό κάτω από το τροπικό δάσος του Αμαζονίου από τον καιρό που ο μαρξιστής Λούλα οργάνωνε τους βιομηχανικούς εργάτες, ενώ η Ρούσεφ, στέλεχος αριστερής οργάνωσης που επιδιδόταν σε αντάρτικο των πόλεων, βασανιζόταν από τη στρατιωτική δικτατορία. Η κυβέρνησή τους, όπως και εκείνη των αριστερών Περονιστών υπό το ζεύγος Κίρτσνερ στην Αργεντινή, αποτελεί τον πιο πετυχημένο, μέχρι στιγμής, εκπρόσωπο της λατινοαμερικάνικης «Κεντροαριστεράς light», σε αντιδιαστολή με τη ριζοσπαστική Αριστερά που μεταμόρφωσε το πολιτικό τοπίο της ηπείρου μετά την άνοδο του Τσάβες, το 1998. Μια ριζοσπαστική Αριστερά η οποία, με βασικό κινητήρα το δίπολο Βενεζουέλας-Κούβας, «καύσιμο» τα πετρελαϊκά έσοδα και συμμάχους τη Βολιβία του Μοράλες, τον Ισημερινό του Κορέα και τη Νικαράγουα του Ορτέγκα, αποπειράθηκε μια εναλλακτική περιφερειακή ολοκλήρωση, την ALBA, με προορισμό τον «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα».

Αντίθετα, ο Λούλα επεδίωξε να διαπραγματευθεί από καλύτερες θέσεις με τις ΗΠΑ και όχι να τις εκτοπίσει· να δώσει ένα κάπως περισσότερο ανθρώπινο πρόσωπο στον καπιταλισμό και όχι να τον ανατρέψει. Σ' αυτή την προσπάθεια, αναντίρρητα σημείωσε επιτυχίες. Περίπου 20 εκατομμύρια Βραζιλιάνοι βγήκαν από τη φτώχεια, η ανεργία περιορίστηκε στο 7%, ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κατά 54% σε πραγματικούς όρους και η μεσαία τάξη διευρύνθηκε. Ωστόσο, η Βραζιλία παραμένει η χώρα με τις μεγαλύτερες κοινωνικές ανισότητες σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική. Περίπου 20.000 οικογένειες καρπώνονται το 46% του εθνικού πλούτου, ενώ το 1% των ιδιοκτητών γης κατέχει το 44% των συνολικών εκτάσεων. Μάλιστα, η ψαλίδα μεταξύ μισθών και επιχειρηματικών κερδών όχι μόνο δεν έκλεισε, αλλά διευρύνθηκε επί Λούλα. Το μερίδιο των μισθών στο εθνικό εισόδημα έπεσε από 54% σε 43%, ενώ εκείνο των κερδών ανέβηκε από 38% σε 52%.

Αν το λαϊκιστικό εγχείρημα του Γκετούλιο Βάργκας, τη δεκαετία του '50, στήριξε τα μεγαλοϊδεατικά όνειρα της Βραζιλίας στις επιχειρήσεις- «εθνικούς πρωταθλητές» του δημόσιου τομέα, η πραγματιστική εκδοχή του Λούλα εναποθέτει τις ελπίδες της στους μεγαλόσχημους του ιδιωτικού κεφαλαίου. Μέσω της Εθνικής Οικονομικής και Κοινωνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, της μεγαλύτερης αυτού του είδους στον κόσμο, η κυβέρνηση Λούλα ενθάρρυνε τις συγχωνεύσεις εταιρειών, με στόχο τη δημιουργία μεγαθηρίων που θα μπορούν να ανταγωνιστούν τις ξένες πολυεθνικές σε παγκόσμια κλίμακα. Αποτέλεσμα ήταν η ανάδειξη βραζιλιάνικων πολυεθνικών όπως οι τράπεζες Itau-Unibanco και Bradesco ή ο πετρελαϊκός γίγαντας Petrobras, που έσπασε όλα τα ρεκόρ προ ημερών κατά τη δημόσια προσφορά για την προσέλκυση μετοχικού κεφαλαίου.

Οπως σημειώνει, όμως, στον βρετανικό Guardiaο Ραούλ Ζιμπέτσι, η οκταετής θητεία του Λούλα αποκάλυψε και τις σοβαρές, δομικές αδυναμίες της Βραζιλίας - ακόμη σοβαρότερες για μια χώρα που φιλοδοξεί να αναδειχθεί παγκόσμια δύναμη και να καταλάβει θέση μονίμου μέλους στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Πέραν των τεραστίων κοινωνικών ανισοτήτων της, η οικονομική της ανάπτυξη εξακολουθεί να στηρίζεται σε πήλινα πόδια, καθώς σε μεγάλο βαθμό περιστρέφεται γύρω από τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων και πρώτων υλών και όχι σε προϊόντα υψηλής τεχνολογίας και μεγάλης προστιθέμενης αξίας.

Ο ίδιος αναλυτής, με άρθρο του στο περιοδικό Brecha, σημειώνει ότι «η επεκτατικότητα της Βραζιλίας έχει δημιουργήσει εντάσεις στη Λατινική Αμερική και το τελευταίο διάστημα οι Βραζιλιάνοι αξιωματούχοι ακούνε όλο και περισσότερο χαρακτηρισμούς όπως «ιμπεριαλιστές», αν όχι και χειρότερους». Αίφνης στην Αϊτή, όπου μετά τους φονικούς σεισμούς η χώρα του Λούλα ανέλαβε την ευθύνη της αποστολής του ΟΗΕ, υπήρξε βροχή καταγγελιών εναντίον της «κατοχικής δύναμης». Με τον Λούλα ή τη Ρούσεφ, η Βραζιλία αφομοιώνει αυτό που διδάχθηκαν όλες οι αναδυόμενες δυνάμεις αυτού του πλανήτη: Οσο πιο ψηλά ανεβαίνουν, τόσο πιο δυνατοί είναι οι άνεμοι και τόσο πιο επικίνδυνη η πτώση.

Ιnfo

- Maria Regina Soares de Lima, «El legado de la politica exterior de Lula», El Pais, 29/9/2010.

- Mark Weisbrot, «Venezuela: This was about the taking part», The Guardian, 27/9/2010.

- Janette Habel, «Changement de cap a Cuba?», Le monde diplomatique, Octobre 2010.

Πηγή: Καθημερινή