Γουατεμάλα: Antigua, Οι Mayas πουλάνε το υβριδικό τους παρελθόν στον καυτό ήλιο.I. Κοσμογονία: Η δημιουργία του χωροχρόνου

Πολιτισμοί που στηρίζουν την πίστη ότι πριν τη Δημιουργία τους υπήρχε το Χάος, ή διαδοχικοί Κόσμοι παρελθόντων, παρόντων ή μελλοντικών χρόνων, έχουν εμφανιστεί κι από τις δύο πλευρές του «βάλτου» -όπως κάποιοι μιγάδες της Αμερικής συνηθίζουν ν’ αποκαλούν τον Ατλαντικό Ωκεανό: «el otro lado del charco». Οικουμενικές καταστροφές που προκαλούνται από τα θεμελιώδη στοιχεία της Φύσης, έχουν διεγείρει το θεϊκό νου –που δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον ανθρώπινο- να πειραματιστεί με τις ζωτικές ουσίες, για να κατορθώσει υλικές και πνευματικές αναγεννήσεις της Ανθρωπότητας.

Οι δημιουργοί και ιδρυτικοί πυρήνες δίνουν σχεδόν πάντα τη θέση τους σε θεϊκούς αυτοκράτορες, που εκπροσωπούν τις συντηρητικές δυνάμεις του σύμπαντος. Πρόκειται για πνεύματα που μετουσιώνονται σύμφωνα με την ψυχοσύνθεση του ανθρώπου που τα διατηρεί. Οι θεοί είναι αυτοί που ρίχνουν τους Ήρωες στην πορεία των δοκιμασιών, τους οδηγούν στο κατώφλι του Κάτω Κόσμου, και τους ενθαρρύνουν ν’ αποτολμήσουν μία εποικοδομητική επάνοδο στο γήινο Κόσμο του λαού τους.

Ο διαπολιτισμικός Ήρωας είναι ο ομφαλός του μικρόκοσμού του. Είναι ο διαμεσολαβητής ανάμεσα σε δύο Κόσμους και δωρητής αγαθών στην Ανθρωπότητα. Πολεμιστής, εραστής, τύραννος και σωτήρας, είναι ταυτόσημος με όλα τα άτομα κάθε κοινωνικού συνόλου. Ολόκληρο αυτό το κοσμογονικό/θεογονικό και ηρωικό σύστημα, έχει τις ρίζες του στη μετουσίωση της υλικής και πνευματικής θυσίας.

Στις μυθολογίες του κόσμου, συνήθως η Κοσμογονία και ο Κατακλυσμός αποτελούν δύο αλληλένδετους αλλά διακριτούς κύκλους. Σε αυτήν την σύντομη ανάλυση, τοποθετούμε αυτά τα δύο στοιχεία μαζί, εφ’όσον ο Κατακλυσμός συμβολίζει την αναδημιουργία.

1. Πόπολ Βουχ, η Βίβλος των Μάγια της Γουατεμάλας

Το χειρόγραφο του Πόπολ Βουχ (Pópol Wuj)[i], σε γλώσσα κ’ιτσέ-μάγια (k’í-tzè maya), πρωτομεταφράστηκε από το μοναχό Φρανθίσκο Δε Χιμένεθ (Francisco de Ximénez)[ii] και σημαίνει: «Βιβλίο των Συμβουλών», ή «Βιβλίο της Κοινότητας». Αποτελεί μία προσπάθεια του αρχαίου Ανθρώπου να εξηγήσει την προέλευση του Κόσμου, των φαινομένων της Φύσης και του πολιτισμού και είναι γεμάτο με μεταφορικούς και συμβολικούς όρους του εσωτερισμού, αρχαϊσμούς και φράσεις που ακολουθούν τη δομή της ιθαγενούς σκέψης. Θεωρείται ως το «Εθνικό» βιβλίο της Γουατεμάλας, τόσο για τη λογοτεχνική αξία του, όσο και για τις πρωτογενείς του παραδόσεις. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μία ενότητα, αλλά αποτελείται από πολυάριθμες διηγήσεις –σε πρωθύστερο σχήμα- που δημιουργούν ένα σύνολο θρησκευτικού χαρακτήρα. Τα σύμβολά του είναι προβολές από έναν πνευματικό ορίζοντα σ’ ένα υλικό επίπεδο, κι αποκαλύπτουν την προέλευση των πολύπλοκων τελετουργιών των σύγχρονων Μάγια. Μία λεπτομέρεια που πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν είναι ο παραλληλισμός της ινδιάνικης αυτής βίβλου με τις Γραφές της Χριστιανικής παράδοσης. Αυτό είναι εμφανές στις πρώτες παραγράφους του Πόπολ Βουχ:

«Τα πάντα βρίσκονταν σε εκκρεμότητα· αρχέγονη ενέργεια σε σιγή, δόνηση και ζύμωση.

Τα πάντα ήταν ακίνητα και κενά, όπως κενή εμφανιζόταν και η ουράνια έκταση.

Μόνο ο Δημιουργός, ο Πλάστης, ήταν εκεί, μες το πράσινο νερό, και γύρω του φως.

Τα σπέρματα των πραγμάτων είχαν τεθεί από Εκείνον, με όλη την αγνότητα ανάμεσα στα ύδατα.»

Το κείμενο αυτό χρησιμοποιήθηκε για τον προσηλυτισμό των Μάγια στο Χριστιανισμό. Επομένως, κατά τον αναλυτή Ρενέ Ακούνια (René Acuña), πρόκειται για ένα κείμενο των ιθαγενών, προσαρμοσμένο στην Ισπανική/Καθολική νοοτροπία.

Οι πρόγονοι Γκ’ουκουμάτς (K’ukumatz)[iii]☼ και Τεπέου (Tepew) ήταν μεγάλοι σοφοί. Το Φτερωτό Φίδι Γκ’ουκουμάτς και η Καρδιά του Ουρανού -που λεγόταν και Χουν Χουρακάν (Jun Jurakán)[iv]- συνομιλούσαν για τη Δημιουργία του Κόσμου. Ο θεϊκός λόγος δημιούργησε την πρώτη παγκόσμια αυγή και τα βουνά, που βγαίνοντας μέσα από τη θάλασσα, αποτέλεσαν τη Γη. Εκεί ζήτησαν οι Προγεννήτορες να εμφανιστούν τα πεύκα του λιβανιού κοπάλ (copal), τα παραδείσια πτηνά κετσάλ (quetzal), τα ερπετά και οι ιαγουάροι (jaguar, ocelote). Απογοητευμένοι, όμως, διαπίστωσαν ότι τα ζώα δε διέθεταν κατάλληλη ομιλία για να τους λατρέψουν.

Αποφάσισαν τότε να δημιουργήσουν την πρώτη Ανθρωπότητα, αλλά επειδή ήταν από άργιλο, η ομιλία τους δεν ήταν κατανοητή.

Δύο γηραιοί μάντεις, ο Σπιγιάκοκ (Xpiyakok) και η Σμουκανέ (Xmukané) –οι γονείς των Δίδυμων Hμίθεων Ηρώων[v] Χουν Χουναχπού (Jun Junajpú) και Βουκούμπ Χουναχπού (Vukub Junajpú)-, τους συμβούλεψαν να φτιάξουν ανθρώπους από ξύλο. Αυτή η δεύτερη Ανθρωπότητα δεν είχε ούτε ψυχή, ούτε κατανόηση, σεβασμό ή έκφραση, κι όλα αυτά, επειδή δεν είχαν αίμα. Έτσι, καταστράφηκε από έναν θεϊκό κατακλυσμό.[vi]

Η σύγχρονη γενιά έγινε από καλαμπόκι, όμως στις απαρχές της ύπαρξής της είχε όλα τα χαρακτηριστικά και τις δυνάμεις των θεών, για αυτόν το λόγο οι θεοί θόλωσαν με την πνοή τους τη ματιά των ανθρώπων, δίνοντάς τους ως αντάλλαγμα την απόλυτη γνώση και την ευτυχία. Αυτό, όμως, συνέβη μετά από πολλούς αγώνες των Δίδυμων Ημίθεων Ηρώων.

Στη συνέχεια, ο Χουναχπού (Junajpú) κι ο Σμπαλανκέ (Xbalanké) αποφάσισαν να σκοτώσουν τον Βουκούμπ Κακίς (Vukub Kakíx) –τον τρομερό Παπαγάλο που αποσκοπούσε να γίνει ο κυρίαρχος του Κόσμου, συμβολίζοντας τον Ήλιο και τη Σελήνη συγχρόνως –όπως κι ο Τσανγκό (Shangó) των Αφροκουβανών Ορίτσα (orisha). Το πτηνό εκείνο της κομπορρημοσύνης, εκμεταλλευόμενο το κακό σημάδι των τόξων των Δίδυμων, ξερίζωσε το χέρι του Χουναχπού και ξέφυγε πετώντας.

Το ζευγάρι των γηραιών μάγων-θεραπευτών κατάφεραν να βγάλουν τα

δόντια του μυθικού πουλιού και να φυτέψουν στη θέση τους σπόρους καλαμποκιού, επιστρέφοντας έτσι στον Χουναχπού το κομμένο του χέρι.

Ακολουθούν κι άλλες περιπέτειες με σκοπό την καταπολέμηση της έπαρσης και του εγωισμού.

Στο δεύτερο –και σημαντικότερο μέρος του βιβλίου-, οι Δίδυμοι Ημίθεοι Ήρωες Χουν Χουναχπού (Jun Junahpú[vii]) και Βουκούμπ Χουναχπού (Vukub[viii] Junahpú), κατάφεραν να περάσουν το κατώφλι του Κάτω Κόσμου Σιμπαλμπά (Xibalbá) ενώ οι επίσης δίδυμοι γιοί τους και ήρωες της δεύτερης γενιάς, ο Χουναχπού (Junajpú) κι ο Σμπαλανκέ (Xbalanké) κατάφεραν ν’ αναληφθούν στον ουρανό, έχοντας ξεπεράσει όλες τις δοκιμασίες, έτσι ώστε να δημιουργηθούν οι κανονικοί άνθρωποι.

Στο τρίτο και στο τέταρτο βιβλίο του Πόπολ Βουχ, ακολουθούμε το παλλίνδρομο ταξίδι των πρώτων φυλών Μάγια από και προς την Ανατολή· το κείμενο τελειώνει με την αναφορά των οίκων και των ηγετών τους, από την πρωτοϊστορική περίοδο έως και την ισπανική κατάκτηση.

Σύμφωνα με το Πόπολ Βουχ, οι άνθρωποι γεννιούνται για να τρέφουν τους θεούς με τις προσευχές και τις θυσίες τους. Χωρίς τον Άνθρωπο δεν ικανοποιείται το Εγώ των θεών.

Διαφαίνεται μία μόνιμη πάλη ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό, ανάμεσα

στους θεούς και στην κόλαση. Ο νικητής πρέπει πάντα να χρησιμοποιεί δόλιες μεθόδους για να επιτύχει το στόχο του. Εξηγούν οι ιθαγενείς αυτήν τη νοοτροπία, λέγοντας ότι το κακό μπορεί μόνο πλαγίως να ηττηθεί, έτσι ώστε να υπερισχύσει το καλό. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την αρετή που πρέσβευαν οι αρχαίοι Έλληνες. (Το αν την τηρούσαν, είναι ένα άλλο θέμα…)

Από θεολογική άποψη, το Πόπολ Βουχ είναι μία Βίβλος του Ενοθεϊσμού, δηλαδή του πολυθεϊστικού δόγματος που πρεσβεύει την ύπαρξη ενός ύψιστου θεού υπεράνω άλλων, κατώτερων θεών.

☼☼☼

Το ανώνυμο χειρόγραφο Πόπολ Βουχ, στη γλώσσα κ’ιτσέ των ιθαγενών Μάγια της ορεινής Γουατεμάλας, μεταδιδόταν πριν από 5.000 χρόνια από γενιά σε γενιά μέσω του προφορικού λόγου κι έπειτα γράφτηκε με λογογράμματα στην πέτρα, για να καταλήξει να βρεθεί γραμμένο σε φυτικό χαρτί (στα μέσα του 17ου αι. μ.Χ.) στη γλώσσα των ιθαγενών, αλλά με λατινικό αλφάβητο. Μεταφράστηκε από τον Ισπανό μοναχό Φρανσίσκο Δε Χιμένες, στα 1722, σε μία πρωταρχική μορφή με πολλά λατινικά στοιχεία, η οποία συμπληρώθηκε αργότερα από αναρίθμητες μελέτες και έρευνες. Σήμερα, παρουσιάζουμε σε αυτήν την πρώτη Ελληνική έκδοση του 21ου αι., μία ευκολονόητη κι ευχάριστη στην ανάγνωση εκδοχή αυτού του ινδιάνικου επικολυρικού έργου, προσαρμοσμένη στη νοοτροπία της σύγχρονης εποχής, που παρουσιάζει με έναν δικό του μαγικο-ρεαλιστικό τρόπο τις θρησκευτικές και κοινωνικές δομές των ιθαγενών της Μέσης Αμερικής. Για να επιτευχθεί αυτή η μελέτη και η μετάφραση ανάμεσα στον ιδιωματικό και τον κυριολεκτικό λόγο, χρησιμοποιήθηκε το πρωτότυπο κείμενο (στη γλώσσα κ’ιτσέ/μάγια) με τις αντίστοιχες ετυμολογικές σημειώσεις του Άλλεν Κρίστενσον (Allen J. Christenson), όπως αυτό έχει μεταγενέστερα αντιγραφεί και φυλάσσεται σε διάφορες βιβλιοθήκες (Μαδρίτη, Παν/μιο Σαν Κάρλος (Uni. San Carlos) Αντίγουα (Antigua) Γουατεμάλα, Νιούμπερρυ (Newberry) Σικάγο, κλπ…). Αυτό υποβλήθηκε σε σύγκριση με τη μετάφραση του Φ. Χιμένες κι εμπλουτίστηκε με επεξηγήσεις σύγχρονων μελετητών, (όπως ο Αδριάν Ρεσίνος[ix] [Adrián Recinos], 1979), αλλά και κάποιων ιθαγενών Μάγια, που γνωρίζουν τις λογοτεχνικές μορφές και τα σύμβολα της ιερατικής γλώσσας Κ’ιτσέ (Αδριάν Ινές Τσάβες[x] [Adrián Inés Chávez], 1981). Μεγάλη βοήθεια, επίσης, μας προσέφερε το Ισπανικό-Μάγια Λεξικό και η Γραμματική της κλασικής γλώσσας μαγιατάν (mayathán), των M. Θαβάλα & A. Μεδίνα (M. Zavala & A. Medina), που εκδόθηκαν στην πόλη Μέριδα (Mérida) του Γιουκατάν, στο Μεξικό, τα έτη 1898 & 1896, αντίστοιχα.

Σε ορισμένα σημεία, έχουμε αποφύγει κάποιους στίχους που θεωρήσαμε ίσως κουραστικούς για τους σύχγρονους «δυτικούς» αναγνώστες. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η προετοιμασία ενός τετράπλευρου χωραφιού καλαμποκιού μ’ ένα σπάγκο μέτρησης:

«Η τετραπλή δημιουργία των πλευρών, το τετραπλό γώνιασμα,

το μέτρημα, η τετραπλή οριοθέτηση,

το μοίρασμα του σπάγκου, το τέντωμα του σπάγκου,

στον ουρανό, στη γη,

οι τέσσερις πλευρές, οι τέσσερις γωνίες.»[xi]

Επίσης, προσαρμόσαμε τον ισπανικό λόγο του 18ου αι. και τη σύνταξη της λαϊκής αφήγησης, στο σύγχρονο ελληνικό μορφολογικό επίπεδο και σύμφωνα με την εξέλιξη του διηγήματος:

«(I)xbalanqué. Un Mono manteníase tocando flauta. Se mantenía hablando. Ya después llegaba Un Cerbatanero Shbalanké y ya no llevaba pájaros cuando entraba, entonces se encolerizó la abuela.»:

«Ο Χουν Μπ’ατς’ [κι ο Χουν Τσουέν τα έτρωγαν όλα και μετά] άρχιζαν να παίζουν τη φλογέρα και να τραγουδούν, [χωρίς να δίνουν τίποτα στα μικρότερα αδέρφια τους].

Κάποτε εκείνοι [ο Σμπαλανκέ κι ο Χουναχπού] ήρθαν στο σπίτι χωρίς να έχουν πιάσει κανένα πουλί.

-«Γιατί δε φέρνετε πουλιά;», τους ρώτησε θυμωμένη η γιαγιά τους.»

Επιπλέον, ερμηνεύτηκαν οι όροι του λατινοαμερικανικού λεξιλογίου, όπως: «τσιλακαγιότε» (chilacayote) = [από τη γλώσσα νάουατλ (náhuatl) των Αζτέκων]: λευκό κεφάλι → cidra = κίτρο + cayote = αγγειόσπερμο δικοτυλήδονο // είδος κολοκυθιού της Γουατεμάλας. Σε αυτό το πόνημα ακολουθούμε την ορθογραφία που προτείνει ο Τσάβες (Chávez)· όσες ινδοαμερικανικές γλώσσες δεν ανήκουν στην προφορική παράδοση, είχαν στην αρχαιότητα ιδεογράμματα, τα οποία μεταγράφηκαν, κατά την αποικιακή περίοδο, σε λατινική γραφή, με αποτέλεσμα να ταλαιπωρούνται σήμερα από μία αλληλουχία ορθογραφικών πειραματισμών και περίεργων γλωσσολογικών συμβόλων…

Η συγκριτική μετάφραση αυτής της έκδοσης του Πόπολ Βουχ, με οδηγό το πρωτότυπο κείμενο στη γλώσσα κ’ιτσέ/μάγια ήταν μία εργασία αρκετά δύσκολη, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα, κι αυτό λόγω των αρχαϊσμών που εμφανίζονται συχνά· π.χ. στο στίχο:

«Waral xchiqatz'ib'aj wi = θα “σπείρουμε” (καταγράψουμε) τον αρχαίο λόγο»

το μόρφημα «xchi’» δε χρησιμοποιείται πλέον στη σύγχρονη γλώσσα των ορεινών Μάγια. Είναι βεβαιωτικό μόριο, δηλωτικό του Μέλλοντα στην Οριστική έγκλιση.

Γνωρίζοντας ότι στην αρχαιότητα δεν υπήρχε ο σημερινός πληθυντικός ευγενείας (εσείς, σας, κλπ.), το διατηρήσαμε σε ορισμένα σημεία, βασιζόμενοι στην ευρύτατη χρήση του usted, -es στη σύγχρονη Λατινική Αμερική, ακόμη και σε περιπτώσεις οικειότητας.

Κατόπιν, δώσαμε ορισμένα επεξηγηματικά στοιχεία για τους τόπους στους οποίους εξελίχθηκε η ιστορία του Πόπολ Βουχ (Γκ’ουμαρκάαχ, K’umarkaaj κλπ…) –και που σήμερα παρουσιάζουν αρχαιολογικό ενδιαφέρον, όπως και για την παραδοσιακή γαστρονομία των Μάγια (τσιλμόλ, chilmol κλπ…), και αναφέρουμε όλα τα κύρια ονόματα και τα τοπωνύμια με ελληνικούς και λατινικούς χαρακτήρες. Φυσικά, υπάρχουν συνοπτικά βιογραφικά στοιχεία των κυριότερων ιστορικών προσώπων και των μελετητών αυτού του πολιτισμού, όπως και περιληπτικά εθνολογικά στοιχεία των κυριότερων φυλών και τόπων της αμερικανικής ηπείρου.

Τέλος, οι συχνοί διάλογοι κάνουν το κείμενο πιο ενδιαφέρον· δεν πρόκειται, λοιπόν, για μία ανιαρή καταγραφή μυθικών στοιχείων, αλλά για μία «θεατρική» απόδοση της παράδοσης ενός λαού.

Θα πρέπει, επίσης, ν’ αναφερθεί ότι στη θέση των τίτλων –οι οποίοι δεν είναι σταθεροί ανάμεσα στις διάφορες παραλλαγές και μεταφράσεις του Πόπολ Βουχ ανά τους αιώνες-, έχουμε τοποθετήσει μικρές προτάσεις/αποσπάσματα του κειμένου, που δηλώνουν την κορύφωση της αφήγησης.

Όσο για τις παραγράφους, αυτές έχουν καταχωρηθεί σύμφωνα με τα κείμενα των Ρεσίνος και Τσάβες.

Έχουμε, επομένως διατηρήσει τη μέγιστη πιστότητα των στίχων, (παρ’ όλο ότι αυτή αμφισβητείται σήμερα πλέον, ακόμη και για το πρώτο κείμενο του Φ. Χιμένες – ο οποίος δεν κατάφερε να μας μεταδώσει την κοσμοθεωρία και το συναισθηματικό κόσμο των Μάγια), ενώ συγχρόνως έχουμε προσπαθήσει –με τα σχόλια στο τέλος του βιβλίου, τις υποσημειώσεις στο κάτω μέρος των σελίδων και μέσω αυτού του εισαγωγικού σημειώματος- να λύσουμε τα αινίγματα που για αιώνες έμεναν κρυμμένα στο αρχαίο κείμενο, ν’ αποφύγουμε τις υπερβολικές μεταφυσικές «εξηγήσεις» και να συγκρίνουμε τα σύμβολα και τις έννοιες της μαγικο-θρησκευτικής λογοτεχνίας, των μύθων και των τελετουργιών του μεγαλύτερου μεσοαμερικανικού πολιτισμού με τις αντίστοιχες των κυριότερων φυλών της Αμερικανικής ηπείρου, αλλά και της αρχαίας Ελλάδας.

Πρόκειται, επομένως, για προβολές στοιχείων από το πνευματικό επίπεδο στη σύγχρονη εθνική νοοτροπία των ιθαγενών.

Είναι, λοιπόν, το Πόπολ Βουχ, ένα αφήγημα που αποτελείται από σύντομες ιστορίες. Ο λόγος του (στη γλώσσα κ’ιτσέ των Μάγια) είναι ποιητικός, ενώ οι πράξεις των πρωταγωνιστών ηρωικές, πράγμα που μας επιτρέπει να χαρακτηρίσουμε το έργο αυτό ως επικολυρικό. Η μετατροπή του ήρωα σε αντιήρωα, θέτει το κείμενο στα πλαίσια του θρύλου, ενώ η προσωποποίηση των ζώων που μιλούν κάνει αυτό το βιβλίο ένα παραμύθι για μεγάλους. Ως μύθος, δίνει εξηγήσεις για την προέλευση του Κόσμου.

Εν τέλει, θεωρείται ως μνημείο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που κεντρίζει τα όμορφα μυστικά της ανθρώπινης διανόησης και των συναισθημάτων.

Πρόκειται, λοιπόν, για μία μετάφραση ως άσκηση εγκλιματισμού στην πλανόδια ιπποσύνη των ρολογιών χωρίς ώρες· για να βρεθούμε έξω από τον πραγματικό χρόνο· εκτός κοινών τόπων· για να ζήσουμε την αυγή και την καταχνιά, από τις οποίες θα βγούμε με τα μάτια πεινασμένα για τα γλυκά πράγματα της Γης, με τις άλλες αισθήσεις, τις πάντα πρόθυμες να εκφραστούν: την όσφρηση, τη γεύση, την αφή και την ακοή… -θα λέγαμε- παραφράζοντας τον Μιγγέλ Άνχελ Αστούριας (Miguel Ángel Asturias, βλ. σχ. 91).

Η μετάφραση, λοιπόν, ως άσκηση του γραπτού, αλλά και –στη μορφή τής διερμηνείας- του προφορικού λόγου, είναι ένας απαιτητικός σύντροφος της γλώσσας: μέσω της αναζήτησης του θησαυρού εκείνων των λημμάτων που εκφράζουν πληρέστερα τις αφηρημένες έννοιες της διανόησης, και των συντακτικών δομών -που σαν το μίτο της Αριάδνης, οδηγούν σε διεξόδους προς την κατανόηση των εθνικών νοοτροπιών-, παρέχει επάρκεια, τόσο στο δέκτη-αναγνώστη, όσο και το μεταποιητή-μεταφραστή (αυτού του ξένου ρούχου) -για να μην τον ονομάσουμε δημιουργό. Για να επιτευχθεί όμως αυτό το μετακείμενο, είναι απαραίτητη η γνώση του πολιτισμικού υπόβαθρου του συγγραφέα και του περιβάλλοντος στο οποίο ανέπτυξε το λόγο του. Αυτή είναι, άλλωστε, η σημαντικότερη λειτουργία της μετάφρασης: η συνάντηση δύο Κόσμων.

[i] Οι ιθαγενείς γλώσσες της Αμερικής γράφονται πλέον με λατινικό αλφάβητο, στο οποίο οι γλωσσολόγοι έχουν προσθέσει ορισμένα σύμβολα, έτσι ώστε να εκφράσουν τους φθόγγους που δεν αντιστοιχούν στις ευρωπαϊκές γλώσσες. Το Πόπολ Βουχ γράφεται, λοιπόν, με δύο τρόπους: Pópol Wuj, με το φωνητικό αλφάβητο και προφέρεται Πόπολ Βουχ, και Popol Vuh, στα ισπανικά κείμενα, που προφέρεται Πόπολ Βου.

[ii] Fray Francisco de Ximénez (Ισπανία [Ανδαλουσία], 1666-1721): Καθολικός μοναχός του τάγματος των Δομινικανών και ιστορικός συγγραφέας της κατάκτησης της Αμερικής από τους Ισπανούς. Ταξίδεψε στη Γουατεμάλα το 1687, όπου κάποιοι ιθαγενείς του Τσιτσικαστενάνγκο (Chichicastenango) του αποκάλυψαν ότι ο αρχαίος πάπυρος του Πόπολ Βουχ ήταν κρυμμένος κάτω από την Αγία Τράπεζα του σχετικά νεόδμητου –τότε- καθεδρικού ναού του Αγίου Θωμά της Τσουιλά (Santo Tomás de Chuilá). Οι ιθαγενείς, προκειμένου να διατηρήσουν την ανιμιστική τους θρησκεία, συχνά έκρυβαν ειδώλια λαξεύοντας οπές στην πλάτη των καθολικών αγαλμάτων των εκκλησιών.

Η μετάφραση του Πόπολ Βουχ διήρκησε 21 χρόνια, από το 1701, έως το 1722.

[iii] K’ukumatz (Γκ’ουκουμάτς) είναι η παράφραση της λέξης Kukulk’an (Κουκουλκ’άν) (στη γλώσσα των Μάγια) ή Quetzalcóatl (Κετσαλκόατλ) [στη γλώσσα των Αζτέκων], που σημαίνει «Φτερωτό Φίδι».

Οι Μάγια αποτελούνται από τριάντα εθνότητες, οι 23 από τις οποίες ζουν ακόμη και σήμερα στη Γουατεμάλα: Κ’εκτσί (q’eqchí), Τσουχ (chuj), Χακαλτέκα (jakalteka), Ακατέκα (akateka), Μαμ (mam), Τεκτιτέκα (tektiteka), Σιπακαπένσε (sipakapense), Αγουακατέκα (awakateka), Σακαπουλτέκα (sakapulteka), Ισίλ (ixil), Κ’ανχόμπ’αλ (q’anjób’al), Ουσπανντέκα (uspanteka), Ατσί’(achí’), Ποκόμτσι (poqomchi), Ποκόμαν (poqoman), Τσορτί’ (chortí’), Τσ’ούτουχιλ (tz’útujil), Σίνκα (xinka), Καρίμπε (karibe), Ιτσά (itzá), Μοπάν (mopán), Κακτσικέλ (kaqchiquel) και Κ’ιτσέ (k’iché), ενώ στο Μεξικό υπάρχουν οι Γιουκατέκα (yukateka), οι Λακανντόν (lakandón), οι Τσέλταλ (tzeltal) και οι Τσότσιλ (tzotzil)· οι δύο τελευταίοι αποτελούν τις ομάδες των σύγχρονων επαναστατών Σαπατίστας (zapatistas). Άλλες φυλές, όπως οι Σούμου (sumu), κατοικούν σε γειτονικές χώρες, όπως η Ονδούρα. Κάθε μία μιλάει δική της γλώσσα, ή διάλεκτο. Ορισμένες φυλές μπορούν να συνεννοηθούν γλωσσικά, ενώ άλλες όχι. Λίγοι είναι όμως πλέον οι ιθαγενείς που δε γνωρίζουν και την Ισπανική.

☼ Ο Kukulk’an/Quetzalcóatl (Κουκουλκ’άν/Κετσαλκόατλ) είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον γήινο Κόσμο και στο βασίλειο των νεκρών και συμβολίζει την αναγέννηση της Φύσης. Θεωρείται ακόμη και σήμερα -από όσους ιθαγενείς ακολουθούν το θρησκευτικό συγκρητισμό μεταξύ του Καθολικισμού και της ανιμιστικής θρησκείας-, ότι οδηγεί το γένος των ανθρώπων σε διάφορα σημεία του σύμπαντος, ενώ συγχρόνως καθορίζει το χρόνο και τους ημερολογιακούς κύκλους. Συνδέεται με την καρποφορία, την προέλευση της ζωής και το πεπρωμένο. Θεμελιώνει τη νομιμότητα της θεϊκής ισχύος στη Γη και συμβολίζει το φως και τα χρώματα. Το όνομά του στην γλώσσα νάουατλ (náhuatl) των Αζτέκων –Quetzalcóatl- δείχνει ετυμολογικά τη μείξη των στοιχείων του ουρανού (ketzalli (κετσάλλι) = κυανοπράσινο-ιριδίζον πολύτιμο και ιερό φτερό, πλούσιο φτέρωμα // quetzal = φαρόμακρος, παραδείσιο πτηνό) και της γης (kówaλ, cóatl (κόατλ) = φίδι // φίλος // δίδυμος [coate, στο σύγχρονο υβριδικό ισπανικό ιδίωμα του Μεξικού]). Με την έννοια του διδύμου, ο Κετσαλκόατλ θεωρείται αδελφός του Τεσκατλιπόκα. (Βλ. Εισαγωγή: Κεφ. ΙΙ. Πάνθεον, 2. Μεξικό.) Αυτοί οι δύο, όμως, είναι εχθροί, ενώ οι Δίδυμοι Χουν και Βουκούμπ Χουναχπού των Μάγια αλληλοϋποστηρίζονται. Στα τέλη της κλασικής περιόδου (900 μ.Χ.), ο Κετσαλκόατλ απέκτησε ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά· κυβερνήτες πόλεων-κρατών έφεραν το όνομά του στον τίτλο τους.

(Βλ. υποσημ. clxxxiv)

[iv] Jun = 1, Jurakán = πόδι. (huracán = ουρακάν) ονομάζεται σήμερα ο τυφώνας στο λατινοαμερικανικό ιδίωμα της ισπανικής γλώσσας.

[v] Ο Π. Χ. Δε Αριάγα (P. J. de Arriaga), ένας Ισπανός ιεραπόστολος στο Περού του 19ου αι., αναφέρει στο έργο του Extirpación de la idolatría del Perú – Εξάλειψη της ειδωλολατρίας στο Περού (Λίμα, 1621), ότι κάθε φορά που το κλίμα ήταν ιδιαίτερα ψυχρό, καλούσε –μεταξύ άλλων- όλους τους δίδυμους, τους οποίους κατηγορούσε η τοπική κοινωνία ότι ήταν υπεύθυνοι για το δριμύ ψύχος, επειδή –όπως ισχυρίζονταν- είχαν φάει αλάτι και πιπεριές. Τους έδινε, λοιπόν, την εντολή να εξομολογηθούν και να δηλώσουν μετάνοια για το αμάρτημά τους. Ο συσχετισμός των δίδυμων με την ατμοσφαιρική αναστάτωση είναι κοινό φαινόμενο σε σχεδόν ολόκληρο τον κόσμο.

Αντίθετα, οι ινδιάνοι των παράκτιων περιοχών της Βρετανικής Κολομβίας προσδίδουν στους Δίδυμους ιδιαίτερες δυνάμεις, έτσι ώστε να διώχνουν την κακοκαιρία.

Οι Τουπινάμμπα (tupinamba) –οι αρχαίοι ιθαγενείς των ακτών της σημερινής Βραζιλίας- διηγούνταν το μύθο μίας γυναίκας, την οποίαν αποπλάνησε ένας πάμφτωχος άνθρωπος. Η γυναίκα αυτή γέννησε δίδυμα, από τα οποία, το πρώτο ανήκε στο διαφθορέα και το δεύτερο στο νόμιμο μέλλοντα σύζυγό της –που ήταν θεός. Ο φτωχός κατεργάρης, λοιπόν, κατάφερε να την κάνει να πιστέψει ότι εκείνος ήταν ο θεός, και να μείνει έγκυος μαζί του. Αργότερα έμεινε έγκυος και από το γνήσιο θεό. Παρ’ όλα αυτά, όμως, γέννησε ταυτόχρονα τα δύο παιδιά. Αυτά, όντας από διαφορετικό πατέρα, είχαν αντίθετα μεταξύ τους χαρακτηριστικά: ο ένας γιος ήταν γενναίος, ενώ ο άλλος δειλός. Αργότερα, ο ένας ήταν ο προστάτης των ινδιάνων, κι ο άλλος των λευκών. Ο ένας πρόσφερε αγαθά στην κοινότητα, ενώ ο άλλος ήταν υπεύθυνος για πολλά δεινά της Ανθρωπότητας.

Σε άλλες φυλές, όπως στους Κοοτενάυ (Kootenay) των Βραχωδών Ορέων (Rocky Mountains, Η.Π.Α.), στον ίδιο μύθο αναφέρεται μία και μόνη γονιμοποίηση. Ο ένας από τους Δίδυμους έγινε ο Ήλιος, κι ο άλλος το Φεγγάρι.

Στη φυλή Οκανάγκα (Okanaga) της Βρετανικής Κολομβίας, πάλι, ο μύθος παραλλάσσεται πολύ, και λέει ότι δύο αδελφές εξαπατήθηκαν από δύο διαφορετικούς άντρες, όμως, τα παιδιά τους θεωρούνταν δίδυμα, εφ’ όσον γεννήθηκαν κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, από ηθική και ψυχολογική άποψη.

Στο μύθο της φυλής Κοοτενάυ, οι Δίδυμοι περνούν από διαφορετικές περιπέτειες, που τελικά τους «αποδιδυμοποιούν». Σε ορισμένες φυλές, τα δίδυμα νεογνά θανατώνονται αμέσως μετά τον τοκετό. Όχι μόνο οι δίδυμοι, αλλά και όσοι γεννήθηκαν βγάζοντας πρώτα τα πόδια, αλλά και τα άτομα με λαγωχειλία –όλα σύμβολα της δυαδικότητας- ενσαρκώνουν δύο χαρακτηριστικά, του καλού και του κακού, τα οποία παραμένουν συγχωνευμένα μέσα στο ένα και ίδιο πρόσωπο.

(Lévi-Strauss, Claude: Μύθος και νόημα, Μτφρ. Β. Αθανασόπουλος, Εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1986).

Κατά τον Ρεσίνος (Recinos), η δυαδικότητα διαφαίνεται ανάμεσα στα ζεύγη των προσώπων (Δίδυμοι Ήρωες), ενώ κατά τον Τσάβες (Chávez), ο δυαδισμός έγκειται σε δύο χαρακτηριστικές ιδιότητες που προσδίδονται σε ένα πρόσωπο. Ο Κ. Τάουμπε (Karl Taube), πιστεύει ότι ο φόβος των μεσοαμερικανικών προκολομβιανών πολιτισμών για τους διδύμους συσχετίζεται με την ενσάρκωση του μυθικού χρόνου της Δημιουργίας. Αυτοί είναι οι δημιουργοί της τάξης, αλλά ενσαρκώνουν και τη σύγκρουση της αλλαγής.

(Βλ. ημερολόγιο Τσολ κ’ιν, Εισαγωγή: Χ. Παράρτημα, Κεφ. 1. Γουατεμάλα: Τσολ Κ’ιν).

[vi] Ο κατακλυσμός εμφανίζεται ως κοινό στοιχείο αναγέννησης σε διάφορους πολιτισμούς: πρβλ.: τον Κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, ή το βιβλικό του Νώε, των Σουμμερίων και του Γκιλγκαμές, της Τορά και του Κορανίου, τον Ινδικό και τον Κινέζικο, των Αβοριγίνων της Αυστραλίας, αλλά και τον Ινδονησιακό και τον Μαλαιοπολυνησιακό, των Φιννοταταρικών λαών κ.α. Στην Αμερικανική ήπειρο εμφανίζεται στους Μάγια, τους Αζτέκους, τους Ίνκα, τους Γουαρανί και τους Τσίμπτσα. Ορισμένοι μελετητές του ιερού βιβλίου Πόπολ Βουχ, ισχυρίζονται ότι τα κοινά σημεία ανάμεσα στη Χριστιανική θρησκεία και σ’ εκείνη των ιθαγενών, οφείλονται στη δια της βίας αφομοίωση των συμβόλων της πρώτης από τη δεύτερη, ως αποτέλεσμα της κατάκτησης της Αμερικανικής ηπείρου από τους Ισπανούς και του προσηλυτισμού των ιθαγενών. Άλλωστε, οι αρχαίοι πάπυροι (στη πλειονότητά τους) καταστράφηκαν, και οι ηγέτες (βασιλείς-ιερείς-σοφοί) θανατώθηκαν. Οι μεταγενέστεροι Ισπανοί, όπως ο μοναχός Φρανθίσκο Δε Χιμένεθ (βλ. σχ. 41) προσπάθησαν να ανακτήσουν αυτό το χαμένο υλικό –το θησαυρό της ιθαγενούς λογοτεχνίας και επιστήμης- με προφορικό τρόπο από ινδιάνους των λαϊκών στρωμάτων, οι οποίοι όχι μόνο δεν γνώριζαν στην εντέλεια τις βαθύτερες πτυχές της παράδοσής τους, αλλά ήταν κι επιρρεπείς σε κάθε επιρροή κι εκφοβισμό. Πρβλ. επίσης τους πρώτους στίχους του Πόπολ Βουχ, οι οποίοι είναι όμοιοι με τους δύο πρώτους από τη Γένεση.

[vii] Junajpú (Χουναχπού) σημαίνει: «1 (όχι: ένας) Κύριος (του Φυσοκάλαμου)». Το όνομα αυτό προέρχεται από το ιερό ημερολόγιο: Ahau/Ajaw (Αχάου) = Ajpú (kí-tzè).

Το αντίστοιχο της κλασικής περιόδου των Μάγια του Γιουκατάν (Yucatán), στο νότιο Μεξικό, για τον Χουν Χουναχπού –τον πατέρα των Δίδυμων Ηρώων-, είναι μία μορφή θεού του καλαμποκιού. Το ξυρισμένο κεφάλι με έντονη δολιχοκεφαλία και μία τούφα μαλλιών να προεξέχει, συμβολίζει ένα ώριμο καρπό καλαμποκιού. Η συγκομιδή των καρπών από τους μίσχους, συμβολίζει τον αποκεφαλισμό του Χουν Χουναχπού από τους Κυρίους του Κάτω Κόσμου.

(Βλ. Μέρος Δεύτερο: Κεφ. ΙΙ.)

[viii] Vukub (Βουκούμπ) σημαίνει «επτά (7)».
[ix] Adrián Recinos (Γουατεμάλα, 1886-1962): Μελετητής και φημισμένος μεταφραστής του Πόπολ Βουχ, ο οποίος προσπάθησε να το προσαρμόσει στη «Δυτική» σκέψη.
[x] Adrián Inés Chávez Ιθαγενής Μάγια από τη Γουατεμάλα και καθηγητής, ο οποίος μετέφρασε το Πόπολ Βουχ στην Ισπανική γλώσσα, ακολουθώντας πιστά την ινδιάνικη γλώσσα και σκέψη.
[xi] Taube, Karl: Μύθοι των Αζτέκων και Μάγια, μτφρ.: Α. Η. Σακελλαρίου, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα, 1996, σ. 65.

Κείμενο + Φωτογραφίες: Ηλίας Ταμπουράκης
Καθηγητής Ισπανικής & Πορτογαλικής Γλώσσας & Πολιτισμού
Κιν.: 6951614346 & 6939777085
Σταθ.: 2114026048
Mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.